Τετάρτη, 5 Μαΐου 2010

Ένας πρόλογος για κάθε εποχή...

Είναι Οκτώμβριος, παγερός και βιαστικός και εσύ βρίσκεσαι στο λιμάνι αξημέρωτα. Κοιτάς τις δύο ψαρόβαρκες που ίσα που στέκουν όρθιες απο τις κακουχίες. Σου θυμίζουν τον πατέρα και την μητέρα σου, δύο ανθρώπους που αγαπήθηκαν πολύ αλλά ποτέ δεν τους γνώρισες. Η μητέρα σου πόρνη, ο πατέρας σου ναύτης.

Ανάβεις τσιγάρο.

Ο καπνός απο το τσιγάρο μπερδεύεται με τα φουρτουνιασμένα κύματα και βλέπεις οπτασίες, βλέπεις τα φαντάσματα των πνιγμένων καπεταναίων. Ένας κακός οιωνός. Ανάβεις και άλλο τσιγάρο. Σου πέφτει απο τα χέρια καθώς ακούς το όνομα σου και σβύνει μέσα στο νερό. Δεύτερος κακός οιωνός.

Και ύστερα την βλέπεις... Την ξανθιά κοπέλα με το άσπρο παλτό. Και σου θυμίζει κάτι. Τα άσπρα βλέφαρα του διαβόλου πριν τα κλείσει και πάει για ύπνο.



"Όπως καταλαβαίνετε, ο γιος σας, ο Δαυίδ, χρήζει άμεσης εισαγωγής σε ψυχιατρική κλινική. Τρομάζει τα άλλα παιδάκια με αυτά που τους λέει. Κάναμε συμβούλιο με τους άλλους δασκάλους και αποφασίσαμε να τον διώξουμε. Δεν τον θέλουμε εδώ. Είστε τυχεροί που είναι ακόμα φθινόπωρο και η σχολική χρονιά δεν έχει ξεκινήσει ακόμα καλά - καλά." είπε ο δάσκαλος σπρώχνωντας με το μεσσαίο του δάχτυλο τα γυαλιά του. Ο πατέρας του Δαύιδ, το πήρε σαν προσβολή αλλά δεν μίλησε. Η μητέρα του Δαύιδ, ψηλόλιγνη και κλαίουσα, πήρε τον λόγο. "Πως μπορείτε να το λέτε αυτό, δεν είστε γιατρός! Και ο Δαύιδ είναι μόλις 7 ετών! Ποτέ του δεν πείραξε ούτε κουνούπι..." είπε και άρχισε να ψάχνει την τσάντα της για χαρτομάντηλα.

Ο δάσκαλος στράβωσε το στόμα του προς τα αριστέρα σε έναν μορφασμό, δείχνοντας τα πραγματικά του αισθήματα για τους δύο γονείς. Ο πατέρας του Δαυίδ, το πήρε σαν προσβολή αλλά δεν μίλησε. Η μητέρα του Δαυίδ, ψηλόλιγνη και ανάμεσα στα αναφιλητά της, τον ρώτησε: "Τι ακριβώς λέει και τρομάζουν; Ότι ο Tweety είναι ένα υδροκέφαλο ον ή ότι ο Άγιος Βασίλης πήγε στον άλλον κόσμο απο τους πολλούς κουραμπιέδες;" Και ο δάσκαλος κοιτώντας την σοβαρά -σοβαρά στα μάτια: "Τα ρωτάει ποια είναι η διαφορά μεταξύ της λέξης God και Dog. Με κεφαλαίο το πρώτο γράμμα και στις δύο λέξεις."

Ο πατέρας του Δαύιδ, χάιδεψε το μαύρο του μουστακάκι και κάτι ψιθύρισε στην γυναίκα του. Εκείνη κούνησε καταφατικά το κεφάλι της και με μια κιμωλία που έβγαλε απο την τσέπη της, έβαψε άσπρα τα κόκκινα της χείλη.

Έκανε προσπάθειες να ουρλιάξει αλλά ποτέ δεν τα κατάφερε. Και ας είχε στόμα. Στόμα απο κιμωλία.



O King Pig έτριβε τα χέρια του απο ικανοποιήση. Σε λιγάκι θα τον επισκεφτόταν η Queen Pink, η αγαπημένη του γραμματέας για "ένα καπνιστό λουκάνικο" όπως ονόμαζε αυτός τον στοματικό έρωτα. Ίσιωσε το γκρίζο ριγέ κουστούμι του όσο μπορούσε γιατί είχε παχύνει στην κοιλιά και όσο και άν έστυβε το μυαλό του να καταλάβει τον λόγο, ποτέ δεν τα κατάφερνε. Φρόντιζε κάθε πρωί και μεσημέρι να τρώει λουκούλεια γεύματα, ώστε το βράδυ που γύρναγε στο σπίτι να μην πεινούσε πολύ αλλά αρκετά ώστε να φάει λίγο σαγάνακι, λίγες πατάτες τηγανητές, κανένα χωριάτικο λουκάνικο.

Η Queen Pink, εμφανίστηκε στην ανοιχτή πόρτα του γραφείου του, με ένα πορτοκαλί μίνι ταγιέρ να τονίζει το υπέροχο σώμα της, τα βαμμένα νύχια των ποδιών της αλλά και τα κατακόκκινα χείλη της. Αχ! Το ήξερε ότι αυτά τα χείλια θα άφηναν σημάδια στο πέος του αλλά δεν ήξερε ακόμα πως.

Ο Pumpkin King, ψηλός κοντά δύο μέτρα, και ισχνός, με ένα κεφάλι σαν αυγό, βημάτιζε στο γραφείο του νευρικά χύνωντας τον καφέ του στο χαλί. Κάθισε στο γραφείο του και άνοιξε την ενδοεπικοινωνία με την γραμματέα του, λέγοντας της ότι καλό θα ήταν με την μοκέτα που θα άλλαζαν, να έκαναν μια ανακαίνιση και στο γραφείο του. Η γραμματέας του, τραβούσε τα μαλλιά της. Ήταν η πέμπτη φορά μέσα στο καλοκαίρι που έκανε ο πρόεδρος ανακαίνιση. Μα τι τον είχε πιάσει;

Η Queen Pink, έχοντας αφήσει το αφεντικό της ξερό πάνω στην δερμάτινη, αναπαυτική του καρέκλα άρχισε να γελάει. Και να κλαίει. Ήξερε ότι αυτό ήταν "ένα καπνιστό λουκάνικο" που το αφεντικό της ποτέ του δεν θα ξεχνούσε, όσο διαρκούσε η ανάσα του. Ήταν αιμορροφιλικός.






Η κόκκινη και η μαύρη βασίλισσα, καθόντουσαν στο κομμένο δρύινο κορμό και έπαιζαν ντάμα με χρυσά και ασημένια πούλια. Η λευκή βασίλισσα με τα ξανθά μακριά μαλλιά της, σαν την Ραπουνζελ αγνάντευε το παράθυρο και χάζευε τον κηπουρό με τους ωραίους κοιλιακούς.

Η μαβιά βασίλισσα όμως με αιμάτινα δάκρυα στα μάτια, όχι δικά της, ξετομαριάζε έναν άσπρο λαγό με κουστούμι, ψιθυρίζοντας: "Μην τολμήσεις να αναστηθείς ξανά, γιατί θα σε στείλω κατευθείαν στην Τάνια." Και με ένα υστερικό γέλιο, έκανε τις άλλες βασίλισσες να στρέψουν το κεφάλι τους προς το μέρος της αλλά και να αρχίσουν να γελάνε υστερικά και αυτές. Ο λαγός ψυχορραγώντας της απάντησε: "Άντε πηδήξου..." και η μαβιά βασίλισσα έσφιξε τα χέρια της στον κόκκινο και ξεκοκκαλισμένο λαιμό του, με μανία.
"Ξεκίνησε η κυνηγετική περίοδος;" ρώτησε η μαύρη βασίλισσα τις υπόλοιπες.
"Βέβαια", της απάντησε η μαβιά. "Είναι ήδη άνοιξη."